ἑξάχρονος

ἑξά-χρονος, ον,
A of six times, [πούς] Heph.3.2, cf. Procl. in Prm. p.990S.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑξάχρονος — of six times masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εξάχρονος — η, ο (AM ἑξάχρονος, ον) 1. αυτός που έχει ηλικία ή διάρκεια έξι ετών 2. (για μετρικό πόδα) αυτός που αποτελείται από έξι βραχύχρονες συλλαβές μσν. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἑξάχρονον χρονικό διάστημα έξι ετών …   Dictionary of Greek

  • εξάχρονος — η, ο 1. που έχει ηλικία ή διάρκεια έξι ετών. 2. το ουδ. ως ουσ., εξάχρονο (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑξαχρόνους — ἑξάχρονος of six times masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑξάχρονοι — ἑξάχρονος of six times masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εξάσημος — η, ο (Α ἑξάσημος, ον) 1. (μετρ.) ο μετρικός πους που αποτελείται από έξι χρόνους ή έξι βραχείες συλλαβές, αλλιώς εξάχρονος 2. (βυζ. μουσ.) ρυθμικός πους που αποτελείται από έξι χρόνους και παρουσιάζεται είτε με τρία δίσημα είτε με δύο τρίσημα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.